Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
2 / 8 / 2019

Διάφοροι, ανάμεσα στους οποίους και αρκετοί γνωστοί συγγραφείς φαντασίας, θεωρούν ότι το worldbuilding, το να πλάθεις φανταστικούς κόσμους, είναι κάτι το άχρηστο, ίσως και παιδαριώδες. Προσωπικά διαφωνώ. Πιστεύω ότι κι αυτό είναι μια μορφή τέχνης, αν και μια τέχνη που έχει εξελιχτεί τις τελευταίες δεκαετίες, όχι σαν τις άλλες που υπάρχουν από πιο παλιά. Έχω γράψει κι ένα ολόκληρο άρθρο για το θέμα πριν από κάμποσο καιρό (αλλά ακόμα με βρίσκει σύμφωνο).

Παρ’όλ’ αυτά δεν κάθομαι ποτέ να φτιάξω έναν ολόκληρο φανταστικό κόσμο. Σοβαρά. Αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να θυμηθώ ούτε μία φορά που να το έχω κάνει.

Μα τι λες; μπορεί κάποιος να απορήσει. Έχεις παλαβώσει τώρα, στη “γεροντική” σου ηλικία; Το Θρυμματισμένο Σύμπαν από μόνο του είναι τόσοι κόσμοι – χωρίς να υπολογίζει κανείς και τους άλλους!

Κι όμως. Ποτέ δεν κάθομαι να φτιάξω έναν ολόκληρο φανταστικό κόσμο κάνοντας απλά και μόνο αυτό – δηλαδή, χάρτη, περιγραφή περιοχών, και τα λοιπά. Δεν είναι κάτι που με τραβά. Παρότι λατρεύω το worldbuilding. Όλοι οι κόσμοι μου εξελίσσονται μέσα από τις ιστορίες που γράφω. Δεν νομίζω ότι θα μπορούσα να φτιάξω αλλιώς φανταστικό κόσμο. Έχω απλά μερικές βασικές αρχές, έναν βασικό χάρτη, και μετά... τα πάντα εξελίσσονται με κβαντικό τρόπο. Δε θα αισθανόμουν παρακινημένος να φτιάξω έναν κόσμο στατικά, απλά και μόνο ως έργο τέχνης και να τον έχω εκεί. Χωρίς να υποτιμώ καθόλου κάποιον που θα έκανε κάτι τέτοιο. Χρειάζομαι πάντα κάτι να με παρακινεί, να βάζει ερωτηματικά στο μυαλό μου τα οποία πρέπει να απαντήσω – όπως: τι είναι πέρα από αυτά τα βουνά; τι είναι αυτή η πόλη εκεί πλάι στον ποταμό; τι κρύβεται μέσα στο δάσος; γιατί αυτό το κράτος έχει εξαπλωθεί ώς εκεί και όχι παραπέρα; Μέσα από την ιστορία μού δημιουργούνται αυτά τα ερωτηματικά. Μου δημιουργούνται ερωτηματικά και για πολύ πιο λεπτομερειακά πράγματα, όπως για νοοτροπίες οικογενειών και φυλών, για παρωνύμια, για την εμφάνιση καταστημάτων, δρόμων, συνοικιών – οτιδήποτε. Και απαντάω σε όλα καθώς προκύπτουν μέσα στην ιστορία, και τα σημειώνω, και έτσι δημιουργείται ο κόσμος, η μια ψηφίδα κατόπιν της άλλης.

Κι όταν γυρνάω πίσω, για να κοιτάξω κάτι που μου χρειάζεται για μια καινούργια ιστορία η οποία διαδραματίζεται σ’ένα παλιότερο σκηνικό, πάντα παθαίνω την πλάκα μου. Νομίζω ότι το σκηνικό ήταν ήδη εκεί, ότι προϋπήρχε και με περίμενε να το ξανασυναντήσω. Κι αυτό είναι καθαρή μαγεία. Σε στέλνει αλλού.

Αυτός είναι κι ένας από τους λόγους που αγαπώ τόσο το worldbuilding. Δεν υπάρχει τίποτα, πουθενά, σε καμιά άλλη μορφή τέχνης, που να μπορεί να συγκριθεί μ’αυτό. Ένας καλοφτιαγμένος φανταστικός κόσμος σού δίνει μια αίσθηση άπειρης πολυπλοκότητας, άμεσης πραγματικότητας, και απεριόριστης δυνατότητας για πολλές ακόμα ανακαλύψεις, είτε έχει το μέγεθος ενός μπουκαλιού είτε είναι δέκα φορές μεγαλύτερος από τη Γη.

 

 

Επίσης . . .

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα, Ξανά


Αυτό το άρθρο είναι συνέχεια του προηγούμενου: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα. Εν μέρει, μου έδωσε έμπνευση να το γράψω κάποιος που ανέφερε κάτι σε ένα από τα σόσιαλ μύδια. Και λέω εν μέρει γιατί δεν χρειάζομαι ποτέ και πολλή έμπνευση για να γράψω για τη στίξη. Έχω μια σχέση αγάπης-μίσους μαζί της. Ξεκίνησα να γράφω ως τελείως άσχετος με τη στίξη, μην έχοντας ιδέα ποια θα μπορούσε ποτέ να ήταν η χρήση της άνω τελείας: ίσως ακόμα και του κόμματος. Έφτασα σε σημείο να νομίζω ότι έβαζα σωστά τη στίξη, αλλά απλά το νόμιζα μόνο. Και κατέληξα να συμπεράνω πόσο ανόητος είσαι όταν νομίζεις ότι «ξέρεις» τη χρήση της στίξης, και πόσο υποκειμενική μπορεί να είναι η στίξη. Αλλά όχι και στα πάντα. Υπάρχουν κι ορισμένα σταθερά πράγματα. Και υπάρχει και μια κάποια... αισθητική. Ναι, αισθητική.

Έτσι, γράφουμε τώρα συνέχεια του προηγούμενου άρθρου γιατί, πολύ απλά, το θεωρώ ενδιαφέρον να γράψω συνέχεια. Και έχει νόημα. Ακολουθήστε με...

Σχετικά με την παύλα μπορεί να υπάρξει ένα ερώτημα: Γιατί να μην κολλά επάνω στις λέξεις; Να, για παράδειγμα, δες τι γίνεται με όλα τα άλλα σημεία στίξης: κολλάνε επάνω στις λέξεις. Η παύλα γιατί να μην κολλά; Στο πηγάδι κατούρησε;

Το θέμα είναι το εξής: όλα τα άλλα σημεία στίξης (εκτός, ίσως, από το θαυμαστικό) είναι αρκετά παλιά. Η παύλα – εκτός αν κάνω τρομερό λάθος – είναι πιο πρόσφατη. Δεν υπήρχε παλιά. Και, παρότι ουσιαστικά συντακτικό σημείο στίξης (όχι σχολιαστικό, όπως το θαυμαστικό), είναι κάπως ιδιαίτερο, και έχει κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί με διάφορους τρόπους. Ακόμα και σαν να ήταν σχολιαστικό!

Η παύλα, σε κάποια κείμενα, μπορεί να βρεθεί να αντικαθιστά μέχρι και την τελεία, ή μπορεί να μπαίνει και μαζί με την τελεία. Ή όπου αλλού μπορείς να διανοηθείς. Πολλοί πιστεύουν, δε, ότι χρησιμοποιείται απλώς για να τονίσει την επόμενη λέξη, ή φράση: ή τη λέξη, ή φράση, που κλείνεται ανάμεσα στις παύλες.

Επικρατεί μια σύγχυση.

Αλλά, στην πραγματικότητα, σύγχυση δεν υφίσταται. Είναι συντακτικό σημείο στίξης, ουσιαστικά, όχι σχολιαστικό.

Όλα τα άλλα σημεία στίξης κολλάνε επάνω στις λέξεις, ναι. Αλλά κολλάνε ανεξαιρέτως (πλην της παρένθεσης) στο τέλος της λέξης, ποτέ στην αρχή. Κόμμα, τελεία, άνω τελεία, ερωτηματικό, θαυμαστικό... τα έχετε δει ποτέ στην αρχή; Πάντα στο τέλος κολλάνε.

Και ρωτάω τώρα: Η παύλα πού κολλάει; Στην αρχή, ή στο τέλος;

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Οκτωβρίου (21/10)


Sanjulián (τέχνη) & Rudolf Kalvach (παράξενες κάρτες – 1907) & Hannah Flowers (τέχνη) & Το σπίτι που εξαφανίστηκε & Michael Kaluta (τέχνη) & Οι εικονογράφοι του Poe & Η γηραιότερη χελώνα της γης (αθάνατη;) & 221 Camera Obscuras & Infinite Jungle (στον browser σας) & Robin F. Williams (τέχνη) & Rottweilin (τέχνη) & Στα ίχνη των Shonokin (του Manly Wade Wellman) & Κόμιξ με τον Elric (1970) & περισσότερα στο LinX

 

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ παύλα


Σε ελληνικά κείμενα (λογοτεχνικά και μη) είναι αρκετά συχνό να συναντήσουμε το εξής συντακτικό φαινόμενο το οποίο θα δείξω με ένα απλό παράδειγμα γιατί έτσι είναι πολύ πιο εύκολο:

Οι καβαλάρηδες έρχονταν μέσα από το λιόγερμα, πάνω από τους λόφους –μια ντουζίνα φιγούρες σε ψηλά άλογα, γκρίζα και λευκά, με μανδύες να τινάζονται πίσω τους–, αλλά δεν είχαν προσέξει ότι στο κατόπι τους ήταν τέσσερις απειλητικές κατάμαυρες σκιές...

Αυτό το κείμενο μοιάζει καλό, γενικά· και είναι, ουσιαστικά. Αλλά προσέξτε πώς χρησιμοποιούνται οι παύλες. Σαν παρενθέσεις! Η πρώτη παύλα κολλάει επάνω στο μια και η δεύτερη (που κλείνει την παρένθεση) κολλάει επάνω στο τους· και μετά απ’αυτή τη δεύτερη παύλα έρχεται κι ένα κόμμα.

Εδώ το πρόβλημα είναι διπλό.

Πρόβλημα πρώτο: Γιατί οι παύλες να κολλάνε επάνω στις λέξεις σαν να είναι παρενθέσεις; Η παύλα δεν είναι παρένθεση· είναι τελείως διαφορετικό σημείο στίξης.

Πρόβλημα δεύτερο: Τι δουλειά έχει το κόμμα μετά την παύλα; Δεν έχει καμία δουλειά εκεί· η παύλα, κανονικά, το αντικαθιστά. Δεν είναι παρένθεση.

[Συνέχισε να διαβάζεις]